Η ελληνική εργασία, όπως τη βιώνει διαδοχικά η κοινωνία από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, έχει υποστεί μια βαθιά μετατόπιση: από ένα πλέγμα κοινωνικών προσδοκιών και θεσμικής προστασίας σε μια συνθήκη ατομικής ευθύνης, αβεβαιότητας και συνεχούς αναπροσαρμογής. Η σταθερή εργασία δεν θεωρείται πλέον δικαίωμα· έχει γίνει στόχος υπό διαπραγμάτευση. Και η επαγγελματική πορεία δεν χαράσσεται εξαρχής, αλλά επανακαθορίζεται ξανά και ξανά, ανάλογα με τις τεχνολογικές, θεσμικές και κοινωνικές μεταβολές.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο και ιδίως μετά τη δεκαετία του ’80, το ελληνικό μοντέλο εργασίας συνδέθηκε με τρεις πυλώνες: την αξία της προσωπικής επάρκειας, την κοινωνική διασύνδεση (το περίφημο «μπάρμπας στην Κορώνη») και –κυρίως– τη δυνατότητα εισόδου στο Δημόσιο. Αυτό διαμόρφωσε την προσδοκία μιας ανοδικής πορείας: η εργασία έφερνε σιγουριά, εξέλιξη, ενίοτε και ασφάλεια δια βίου. Το «οκτάωρο», το «πενθήμερο», οι τριετίες, ακόμη και το πριμ τέλους έτους δεν ήταν ιδεολογικές κατακτήσεις· ήταν η καθημερινότητα της εργασιακής ζωής για χιλιάδες εργαζομένους.
Αυτή η εποχή όμως έχει παρέλθει. Σήμερα, η εργασία συγκροτείται σε έναν εντελώς διαφορετικό ορίζοντα. Ο εργαζόμενος δεν είναι πια προστατευόμενος δικαιωμάτων, αλλά ένας διαρκώς αξιολογούμενος πόρος. Ο επαγγελματικός βίος δεν βασίζεται σε σταθερά σημεία αναφοράς, αλλά σε διαδοχικές μεταβάσεις. Η αγορά ζητά «απασχολήσιμους» και όχι απλώς εργαζομένους· άτομα που να διαθέτουν εκείνη τη δέσμη δεξιοτήτων, τεχνικών και συμπεριφορικών, που να τους καθιστούν διαρκώς εντάξιμους σε ένα αβέβαιο, ευμετάβλητο παραγωγικό σύστημα.
Η έννοια της «απασχολησιμότητας» εισήχθη δυναμικά στην ελληνική δημόσια σφαίρα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ως απόρροια των ευρωπαϊκών στρατηγικών απασχόλησης. Αντικατέστησε την υπόσχεση της πλήρους απασχόλησης με την προσδοκία της «ευέλικτης προσαρμογής». Όχι σταθερότητα, αλλά δυνατότητα εναλλαγής. Όχι διαπραγματευόμενα δικαιώματα, αλλά προσωπική ευθύνη διαρκούς κατάρτισης. Η εργασία δεν νοείται πλέον ως θεσμική σύμβαση, αλλά ως εξατομικευμένη ικανότητα συμμετοχής στην αγορά.
Η μεγάλη κρίση της δεκαετίας 2010–2020 επιτάχυνε αυτή τη μετάβαση. Οι επισφαλώς εργαζόμενοι αντικατέστησαν τον σταθερό εργαζόμενο· οι σχέσεις εξαρτημένης εργασίας μετατράπηκαν σε συμβάσεις έργου· το Δημόσιο, από θεσμικό αγκυροβόλιο, έγινε σπάνιο καταφύγιο. Η κρίση δεν ανέστειλε μόνο υλικά δικαιώματα· αποδιάρθρωσε και την πολιτισμική βεβαιότητα της σταδιοδρομίας ως γραμμικής πορείας.
Προστέθηκε όμως και μια άλλη μεταβλητή: η τεχνητή νοημοσύνη. Το νέο εργασιακό τοπίο δεν αρκείται στην ευελιξία. Απαιτεί τη συνεχή εκμάθηση, την επανειδίκευση, την ψηφιακή ετοιμότητα. Δεν επαρκεί πλέον ένα πτυχίο· απαιτείται διαρκής μαθησιακή εγρήγορση. Το επαγγελματικό προφίλ δεν χαράσσεται στην αρχή της σταδιοδρομίας· ανασχεδιάζεται ανα τριετία. Ο εργαζόμενος καλείται να μετατραπεί σε δρών επιχειρηματία του εαυτού του, σε φορέα δεξιοτήτων που ανανεώνονται, αλλά δεν κατοχυρώνονται.
Απέναντι σε αυτή την κανονικοποίηση της αβεβαιότητας, η ανάγκη μιας νέας δημόσιας συζήτησης είναι επιτακτική. Όχι για να επιστρέψουμε σε ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πλέον, αλλά για να σκεφτούμε σοβαρά πώς μπορεί να δομηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την εργασία. Πώς μπορεί να συνδυαστεί η απαίτηση για προσαρμοστικότητα με την ανάγκη για αξιοπρεπή ζωή; Πώς μπορεί να διασφαλιστεί χρόνος, πρόβλεψη και ποιότητα ζωής μέσα σε ένα περιβάλλον που επιταχύνει συνεχώς;
Οι θεσμοί της εργασίας –από τα συνδικάτα μέχρι το εκπαιδευτικό σύστημα– καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους. Η συνεργασία πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, η κατοχύρωση της συνεχούς επανεκπαίδευσης ως δικαιώματος και όχι ως ατομικής υποχρέωσης, η ενσωμάτωση της τεχνολογίας με όρους κοινωνικής λογοδοσίας, είναι μερικές μόνο από τις κατευθύνσεις ενός νέου πλαισίου που χρειάζεται να συζητηθεί σοβαρά.
Η εργασία δεν είναι μόνο οικονομική σχέση. Είναι θεμέλιο ταυτότητας, ένταξης, κοινωνικού δεσμού. Η απορρύθμισή της δεν είναι τεχνικό πρόβλημα· είναι πολιτικό διακύβευμα. Και η ικανότητα μιας κοινωνίας να τοποθετήσει ξανά την εργασία στο κέντρο της δημοκρατικής ζωής της, δεν είναι δείγμα παρελθοντολαγνείας, αλλά ένδειξη θεσμικής ωριμότητας.
