Η πρόσφατη εκτίμηση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για ανάπτυξη 2% για την ελληνική οικονομία το 2024 αποτυπώνει ένα αφήγημα συγκρατημένης αισιοδοξίας. Η πρόβλεψη αυτή εντάσσεται σε ένα σκηνικό πολυάριθμων προκλήσεων και στρατηγικών επιταγών, σηματοδοτώντας μια σύνθετη πορεία για το έθνος που εξακολουθεί να ανακάμπτει από μια σοβαρή οικονομική κρίση.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο καταλύτη σε αυτή την αναπτυξιακή πορεία, υποσχόμενο μια πολυπόθητη ώθηση στις επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται να επεκταθούν κατά 9% το 2025. Ωστόσο, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας δεν είναι σπριντ – είναι μαραθώνιος, που ρυθμίζεται από τη στρατηγική δημοσιονομική διαχείριση και την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Η επιτακτική ανάγκη της παραγωγικότητας
Στο επίκεντρο των οικονομικών προκλήσεων της Ελλάδας βρίσκονται τα επίπεδα παραγωγικότητάς της -που σήμερα είναι κατά ένα τρίτο χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το χάσμα αυτό είναι σημαντικό, όχι μόνο ως μέτρο της οικονομικής υγείας, αλλά και ως κομβικός παράγοντας για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τη διεύρυνση του δημοσιονομικού χώρου. Ο ΟΟΣΑ ορθά επισημαίνει την ανάγκη άρσης των επενδυτικών εμποδίων, ιδίως μέσω της αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης και των ρυθμιστικών μεταρρυθμίσεων. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας δεν αποτελεί απλώς οικονομική απαίτηση αλλά κοινωνική επιταγή για την ανύψωση της ποιότητας ζωής του μέσου Έλληνα πολίτη.
Δημοσιονομική σύνεση εν μέσω ανάπτυξης
Η ανάγκη για δημοσιονομική φρόνηση δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί, δεδομένου του υψηλού δημόσιου χρέους της Ελλάδας, το οποίο προβλέπεται να μειωθεί από 161% του ΑΕΠ το 2023 σε 151% του ΑΕΠ το 2025. Η πορεία προς την επίτευξη αυτού του στόχου περιλαμβάνει όχι μόνο τη διαχείριση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά και την προώθηση συνθηκών που ευνοούν την οικονομική επέκταση και την αύξηση των φορολογικών εσόδων. Ο ρόλος της συνεχούς επαγρύπνησης κατά της φοροδιαφυγής θα είναι κρίσιμος από την άποψη αυτή, αναδεικνύοντας τον διπλό ρόλο της κυβέρνησης στην τόνωση της ανάπτυξης και τη διασφάλιση της δημοσιονομικής υγείας.
Επενδυτική βαθμίδα και κόστος δανεισμού
Ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα για την Ελλάδα ήταν η μείωση του κόστους δανεισμού, η οποία διευκολύνθηκε από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας. Το κόστος δανεισμού για τα δεκαετή κρατικά ομόλογα σημείωσε σημαντική πτώση, βελτιώνοντας τη δημοσιονομική ευελιξία της Ελλάδας. Αυτή η βελτιωμένη πιστοληπτική ικανότητα θα μπορούσε δυνητικά να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των δημόσιων επενδύσεων, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων υποδομών και την προετοιμασία για μελλοντικές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θέτουν η γήρανση του πληθυσμού και η κλιματική αλλαγή.
Κίνδυνοι και εξωτερικές εξαρτήσεις
Ωστόσο, ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά μας είναι γεμάτος κινδύνους. Οι καθυστερήσεις στην εκταμίευση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα μπορούσαν να ανακόψουν την επενδυτική δυναμική, ενώ εξωτερικοί οικονομικοί παράγοντες, όπως η επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τον τουρισμό και, κατ’ επέκταση, την οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί για το ενδεχόμενο οι αυξήσεις των μισθών να ξεπεράσουν την αύξηση της παραγωγικότητας, γεγονός που θα μπορούσε να διαβρώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Στην ουσία, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ προσφέρουν ένα φακό στο ενδεχόμενο σταθερής, αν και μέτριας, οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, το υποκείμενο μήνυμα είναι σαφές: η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί σημαντικά από τις στρατηγικές επενδύσεις στην παραγωγικότητα και τις υποδομές, τη συνετή δημοσιονομική διαχείριση και ένα προσαρμοστικό ρυθμιστικό περιβάλλον. Το ταξίδι για την Ελλάδα δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση των άμεσων δημοσιονομικών προκλήσεων, αλλά και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για βιώσιμη, μακροπρόθεσμη ευημερία.
