Σε μια σημαντική προσπάθεια ευθυγράμμισης των εξελισσόμενων αναγκών των επιχειρήσεων με τις δυνατότητες του εργατικού δυναμικού, το Ινστιτούτο Ερευνών της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, σε συνεργασία με την Palmos Analysis, διεξήγαγε μια ολοκληρωμένη πανελλαδική έρευνα για να χαρτογραφήσει τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Στην πρωτοβουλία αυτή, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 2024, συμμετείχαν 5.076 επιχειρήσεις από διάφορες περιοχές και κλάδους, προσφέροντας μια ισχυρή και αντιπροσωπευτική ανάλυση του τοπίου της απασχόλησης στη χώρα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο Ι. Μασούτη, τα στοιχεία της έρευνας μας παρέχουν αξιοποιήσιμες πληροφορίες. Σε στενή συνεργασία με την πολιτεία, μπορούμε να συσχετίσουμε την προσφορά με τη ζήτηση και να σχεδιάσουμε στρατηγικά το μέλλον των επιχειρήσεων στη χώρα. Η έρευνα αυτή όχι μόνο αναδεικνύει τις τρέχουσες κενές θέσεις εργασίας, αλλά και εντοπίζει τις συγκεκριμένες δεξιότητες και ειδικότητες που έχουν ζήτηση, παρέχοντας μια σαφή εικόνα για τον στρατηγικό σχεδιασμό.
Η έρευνα χρησιμοποίησε το σύστημα ταξινόμησης ESCO (European Skills, Competences, and Occupations) για την κατηγοριοποίηση των επαγγελματικών αναγκών, εξασφαλίζοντας μια δομημένη και τυποποιημένη προσέγγιση. Τα αποτελέσματα παρουσιάζουν μια λεπτομερή ιεράρχηση των επαγγελματικών κατηγοριών που είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Στην κορυφή του καταλόγου βρίσκονται οι επαγγελματίες (24%), ακολουθούμενοι στενά από τους εργαζόμενους σε υπηρεσίες και πωλήσεις (22%) και τους ειδικευμένους τεχνίτες και τα συναφή επαγγέλματα (13%).
Εμβαθύνοντας στην κατηγορία των επαγγελματιών, οι επαγγελματίες του χρηματοπιστωτικού τομέα (8,6%) και οι μηχανικοί (4,6%) έχουν υψηλή ζήτηση, υπογραμμίζοντας τη σημασία αυτών των ρόλων για την προώθηση της οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Ομοίως, ο τομέας των υπηρεσιών και των πωλήσεων αποκαλύπτει μεγάλη ανάγκη για πωλητές (12,9%), αντανακλώντας τον κρίσιμο ρόλο των πωλήσεων στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Τα στοιχεία ρίχνουν επίσης φως στην ανάγκη για εξειδικευμένους τεχνίτες, με τους τεχνίτες μετάλλων και μηχανημάτων (5,5%) και τους επαγγελματίες επεξεργασίας τροφίμων και κατεργασίας ξύλου (2,9%) να είναι ιδιαίτερα περιζήτητοι. Οι υπάλληλοι γραφείου (12%), οι ανειδίκευτοι εργάτες (10%) και οι τεχνικοί (8%) κατέχουν επίσης εξέχουσα θέση, υποδεικνύοντας ένα ευρύ φάσμα εργασιακών ρόλων που είναι απαραίτητοι για την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Αυτή η ολοκληρωμένη ανάλυση εξειδικεύεται περαιτέρω με βάση περιφερειακές, κλαδικές και επιχειρηματικές εκτιμήσεις, παρέχοντας μια λεπτομερή εικόνα που μπορεί να ενημερώσει για τοπικές και βιομηχανικές στρατηγικές. Για παράδειγμα, οι οδηγοί μεταφορών και οι χειριστές κινητού εξοπλισμού (4,6%) και οι γενικοί υπάλληλοι (6,1%) αναγνωρίζονται ως κρίσιμοι ρόλοι σε διάφορες περιοχές και τομείς, υπογραμμίζοντας τη σημασία αυτών των θέσεων για τη διατήρηση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.
Τα ευρήματα της έρευνας υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης που μπορούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των σημερινών δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και των απαιτήσεων της αγοράς. Με την ευθυγράμμιση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων με τις συγκεκριμένες ανάγκες των επιχειρήσεων, είναι δυνατόν να ενισχυθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης και να διασφαλιστεί ότι η αγορά εργασίας είναι εξοπλισμένη για να υποστηρίξει την οικονομική ανάπτυξη.
Επιπλέον, η διαφοροποιημένη κατανόηση των εργασιακών αναγκών σε τοπικό επίπεδο επιτρέπει εξατομικευμένες παρεμβάσεις που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις περιφερειακές ανισότητες και να προωθήσουν την ισόρροπη ανάπτυξη. Η λεπτομερής χαρτογράφηση των επιχειρηματικών αναγκών χρησιμεύει ως πολύτιμο εργαλείο για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις ίδιες τις επιχειρήσεις για τη συνεργατική προώθηση ενός καλά εξοπλισμένου και ευέλικτου εργατικού δυναμικού.
Συμπερασματικά, η έρευνα παρέχει μια κρίσιμη βάση για τον στρατηγικό σχεδιασμό του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα. Αξιοποιώντας αυτές τις γνώσεις, οι ενδιαφερόμενοι φορείς μπορούν να αναπτύξουν τεκμηριωμένες πολιτικές και προγράμματα που όχι μόνο αντιμετωπίζουν τα τρέχοντα κενά της αγοράς εργασίας, αλλά και προβλέπουν τις μελλοντικές ανάγκες, εξασφαλίζοντας βιώσιμη οικονομική ευημερία και ανταγωνιστικότητα σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο παγκόσμιο τοπίο.
